Τεχνολογία και Οικονομία: Τι άλλαξε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες - Με τον Γιώργο Λιάγκουρα
Ο Γιώργος Λιάγκουρας είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και έχει διδακτορικό στις οικονομικές επιστήμες από το Παν...
Προηγούμενο
Προσομοίωση: Πώς βάζουμε τη φύση μέσα σε έναν υπολογιστή - Με τον Δημοκράτη Γρηγοριάδη
Επόμενο
Πρώιμη διαγνωστική συμβουλευτική συσκευή ανίχνευσης καρκίνου - Με τον Κώστα Παπαγεωργίου
Περιγραφή Επεισοδίου
Ο Μανώλης Χριστοφάκης είναι Καθηγητής Περιφερειακής (Οικονομικής) Ανάπτυξης και Πολιτικής στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, έχει διατελέσει Πρόεδρος του τμήματος και σήμερα είναι Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης. Έχει δημοσιευμένο έργο σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά με κριτές, σε βιβλία, σε συλλογικούς επιστημονικούς τόμους και σε πρακτικά συνεδρίων, σε θέματα σχετικά με την Περιφερειακή και Τοπική Οικονομική Ανάπτυξη, τον Περιφερειακό Προγραμματισμό, την Πολιτική Μεταφορών, την Τουριστική Ανάπτυξη, τη Χωροθέτηση Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, τις ΜΜΕ και την Τοπική Επιχειρηματικότητα, την Πολιτική για την Καινοτομία και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.
Μαζί με τον Θανάση Φρυδά και την Ειρήνη Αναγνώστου μας εξηγεί τι είναι περιφερειακή ανάπτυξη, ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ των περιφερειών στην Ελλάδα και ποια η σύγκλιση με την Ευρώπη καθώς και μας αναλύει το φαινόμενο της γεωγραφικής ασυνέχειας. Επίσης μας μιλάει για το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τοπικοί οικονομικοί κλάδοι σε μη-μητροπολιτικές περιοχές, συγχρηματοδοτούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα και τεχνολογικά εργαλεία για την ανάπτυξη των νησιών. Τέλος, μας εξηγεί ποια η συμβολή του πανεπιστημίου και της πανεπιστημιακής γνώσης στην ανάπτυξη και κάνει μία πρόταση πολιτικής ανάπτυξης για την Χίο.
Η συζήτηση για την περιφερειακή ανάπτυξη ξεκινά από την παραδοχή ότι πρόκειται για μια πολυδιάστατη επιστημονική διαδικασία, η οποία δεν περιορίζεται σε μια απλή αποτύπωση οικονομικών δεικτών. Όπως επισημαίνει ο καλεσμένος, ο βασικός ρόλος της περιφερειακής ανάπτυξης είναι η διερεύνηση των αιτιών που δημιουργούν τις ανισότητες μεταξύ των περιοχών. Παρόλο που το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αποτελεί το βασικό εργαλείο κατάταξης των περιφερειών, ο ίδιος διευκρινίζει ότι ο δείκτης αυτός φανερώνει τον παραγωγικό δυναμισμό μιας περιοχής, αλλά συχνά «κρύβει» την πραγματική εικόνα της ευημερίας των κατοίκων, καθώς δεν ταυτίζεται με το διαθέσιμο εισόδημα.
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης αποτελεί το φαινόμενο της νησιωτικότητας. Ο καλεσμένος εισάγει τη χαρακτηριστική φράση «τα νησιά παραμένουν νησιά», υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική ασυνέχεια αποτελεί ένα μόνιμο και διαρκές δομικό μειονέκτημα. Αντίθετα με την ηπειρωτική χώρα, όπου μια επένδυση σε υποδομές μπορεί να αλλάξει ριζικά τις συνθήκες προσβασιμότητας, στα νησιά η γεωγραφία λειτουργεί ως μόνιμος περιοριστικός παράγοντας. Για τον λόγο αυτό, τα αποσπασματικά μέτρα δεν επαρκούν· απαιτείται μια ολοκληρωμένη και μόνιμη νησιωτική πολιτική που θα αναγνωρίζει τις δομικές ιδιαιτερότητες του νησιωτικού χώρου, όπως η έλλειψη οικονομιών κλίμακας και ο κατακερματισμός των αγορών.
Στο πλαίσιο των μοντέλων ανάπτυξης, προτείνεται η μετάβαση από μια κεντρομόλο λογική, όπου ο πόλος απομυζά τους πόρους της περιφέρειας, σε ένα μοντέλο «τοπικής ενδογενούς ανάπτυξης». Η ιδέα είναι ότι κάθε τόπος, ανεξαρτήτως μεγέθους, μπορεί να διαμορφώσει τον δικό του ρόλο στο παγκόσμιο ψηφιδωτό. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την αξιοποίηση τοπικών προϊόντων, της παράδοσης και της ιστορίας, δημιουργώντας «τοπικά παραγωγικά συστήματα» που επιτρέπουν στις μικρές επιχειρήσεις να αποκτήσουν έμμεσες οικονομίες κλίμακας μέσω συνεργειών και διακλαδικών διασυνδέσεων.
Εξετάζοντας τον ρόλο της τεχνολογίας, γίνεται σαφές ότι τα ψηφιακά εργαλεία —από το ηλεκτρονικό εμπόριο και την τηλεργασία μέχρι την έξυπνη γεωργία— μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλοί περιφερειακής ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές. Ωστόσο, ο καλεσμένος προειδοποιεί ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί πανάκεια. Για να αποδώσουν οι ψηφιακές υποδομές, απαιτείται ένα ευρύτερο δημιουργικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, η προσέλκυση ψηφιακών νομάδων δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη γρήγορου ίντερνετ, αλλά από την ποιότητα ζωής, τις υποδομές υγείας και τις δυνατότητες αναψυχής.
Η συζήτηση καταλήγει σε έναν προβληματισμό για το χάσμα μεταξύ έρευνας και πολιτικής. Παρά την ύπαρξη πανεπιστημιακής γνώσης και μελετών, η εφαρμογή τους στον σχεδιασμό πολιτικής παραμένει ασυστηματική. Υπάρχει ανάγκη για ένα θεσμικό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει τη συνεργασία των τοπικών αρχών, των επιμελητηρίων και της πανεπιστημιακής κοινότητας. Η αισιοδοξία πηγάζει από την αλλαγή στη λογική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, ειδικά στις τελευταίες προγραμματικές περιόδους, δίνει έμφαση στον «μικροπεριφερειακό προγραμματισμό» και στις ολοκληρωμένες χωρικές επενδύσεις, φωτίζοντας επιτέλους τις ιδιαίτερες ανάγκες μικρών τοπικών ζωνών.
Μανώλης Χριστοφάκης