Ο Καθηγητής Χρήστος-Νικόλαος Αναγνωστόπουλος, ειδικός στην υπολογιστική νοημοσύνη και την όραση υπολογιστή, ξεκινά τη συζήτηση επισημαίνοντας την ταχεία εξέλιξη των ανθρωποειδών ρομπότ, τα οποία εκτιμάται ότι θα εισέλθουν στην καθημερινή ζωή σε βάθος δεκαπενταετίας, ξεπερνώντας το πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας. Προχωρά σε διευκρίνιση των βασικών εννοιών: ρομπότ είναι ένα μηχάνημα που εκτελεί συγκεκριμένες, επαναλαμβανόμενες λειτουργίες, απελευθερώνοντας τον άνθρωπο από κοπιαστικές εργασίες. Το ανθρωποειδές (humanoid) είναι ένα ρομπότ που πλησιάζει τη σωματική δομή του ανθρώπου (κορμός, άκρα, κεφάλι). Αντίθετα, τα ανδροειδή (όρος που δεν σχετίζεται με το φύλο) διαθέτουν ρεαλιστική ανθρώπινη εμφάνιση, όπως δέρμα, πρόσωπο και την ικανότητα να προσομοιάζουν εκφράσεις, ωστόσο η ανάπτυξή τους βρίσκεται ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο για να εμφανιστούν στην καθημερινή ζωή.
Ο καθηγητής αναφέρει ως τρέχοντα παραδείγματα ανθρωποειδών τα Atlas της Boston Dynamics, το Optimus της Tesla και το Figure 1, ενώ επισημαίνει ότι υπάρχουν ήδη μοντέλα, όπως το Unitree H1, που αρχίζουν να διατίθενται στην αγορά, αν και με περιορισμένες δυνατότητες και συγκεκριμένες λειτουργίες. Αυτά τα πρώτα μοντέλα λειτουργούν ως προάγγελος του τι πρόκειται να ακολουθήσει. Οι πρώτες εφαρμογές αναμένονται σε βιομηχανικούς χώρους, αλλά εκτιμάται ότι από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας θα αρχίσουν να χρησιμοποιούνται και σε άλλους τομείς, όπως η ξενάγηση σε μουσεία ή η φροντίδα ηλικιωμένων.
Σε σχέση με τις προκλήσεις στη ρομποτική, ο καθηγητής Αναγνωστόπουλος ιεραρχεί δύο βασικά προβλήματα: το κομμάτι της κίνησης και ισορροπίας στον χώρο και την κατανόηση του ανθρώπου. Η φυσική κίνηση θεωρείται το ευκολότερο πρόβλημα προς επίλυση, καθώς αναμένεται σύντομα να επιτευχθεί μια κίνηση «πολύ αποδεκτή» από τους ανθρώπους. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, έγκειται στην εκπαίδευση των ανθρωποειδών να κατανοούν τα έμψυχα όντα, δηλαδή τον άνθρωπο, τις προθέσεις του, τα συναισθήματά του και τους κοινωνικούς του κώδικες — αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως το «γιατί» πίσω από τις ανθρώπινες πράξεις. Επισημαίνει ότι η ανθρώπινη επικοινωνία είναι «πολυγλωσσική» και περιλαμβάνει κοινωνικές συμβάσεις και μη λεκτικά σήματα, τα οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια μηχανή να τα αντιληφθεί πλήρως.
Η μεγάλη έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), η οποία έχει πλέον «δημοκρατικοποιηθεί» και βγει στο ευρύ κοινό, θα αποτελέσει το «μυαλό» των ανθρωποειδών, επιτρέποντάς τους να εξάγουν συμπεράσματα και να αντιδρούν σε απρόσμενα γεγονότα, ακόμη και αν δεν έχουν εκπαιδευτεί για αυτά. Ο κίνδυνος, ωστόσο, της μηχανής που πρέπει να «πράξει» στον χώρο είναι μεγαλύτερος από ό,τι σε ένα σύστημα συνομιλίας. Για τον λόγο αυτό, τα πρώτα μοντέλα που κυκλοφορούν στην αγορά θα έχουν εξ αρχής περιορισμούς στις δυνατότητες και τις ενέργειές τους, ώστε να αποφεύγονται οι «μη κοινωνικά αποδεκτές δράσεις».
Σχετικά με την ιατρική πράξη, ο καθηγητής τονίζει την ευαισθησία του τομέα, ο οποίος βρίσκεται στη γραμμή μεταξύ ζωής και θανάτου. Υποστηρίζει ότι η εμπιστοσύνη δίνεται σε ανθρώπους επιστήμονες και όχι σε μηχανές, θεωρώντας «μάλλον αδύνατο» να εμπιστευτεί κανείς τα πάντα σε ένα ρομπότ. Τα ρομπότ θα χρησιμοποιούνται μόνο για επαναλαμβανόμενες και μηχανικές πράξεις ακριβείας, όπως οι χειρουργικοί βοηθοί, με τον άνθρωπο-γιατρό να παραμένει ο «ενορχηστρωτής». Ειδικά για την επαφή με ασθενείς, θέτει το ζήτημα της «Κοιλάδας του Ανοίκειου» (Uncanny Valley), ενός επιστημονικού όρου που περιγράφει την αίσθηση δυσφορίας ή αποστροφής που νιώθει ο άνθρωπος όταν μια κατασκευή μοιάζει πολύ με άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα φανερώνει ότι δεν είναι (π.χ. παγωμένο βλέμμα, αφύσικο χαμόγελο). Η αλληλεπίδραση με ένα ανθρωποειδές σε μια κατάσταση ανάγκης ή αδυναμίας (όπως η ασθένεια) θα έκανε μάλλον κακό στην ψυχολογία του ασθενούς.
Στον Πολιτισμό, οι εφαρμογές της ρομποτικής είναι πιο εύκολες και περιλαμβάνουν ψηφιακή ξενάγηση σε μουσεία (με ρομπότ χωρίς ανθρωποειδή μορφή) και χρήση ρομπότ/drones για την αυτοματοποίηση της αποτύπωσης και ανάδειξης χώρων πολιτισμού. Στα οικιακά συστήματα, μικρά ρομπότ για απλές, επαναλαμβανόμενες εργασίες, όπως οι ηλεκτρικές σκούπες, ήδη υπάρχουν και αναμένεται να αυξήσουν τις επιδόσεις και τις εφαρμογές τους. Όμως, και σε αυτόν τον τομέα, τίθεται το ζήτημα της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας (τι καταγράφει ένα τέτοιο μηχάνημα μέσα στο σπίτι), θέματα που απασχολούν ήδη το πλαίσιο του AI Act της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναφορικά με το μέλλον της εργασίας και το αν τα ρομπότ θα ξεπεράσουν τον άνθρωπο, ο καθηγητής απαντά ότι σε συγκεκριμένες ποσοτικές ικανότητες (δύναμη, ακρίβεια, αντοχή) τα ρομπότ είναι φτιαγμένα για να υπερτερούν. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό να μην φτάσουν ποτέ την ανθρώπινη ευφυΐα, η οποία χαρακτηρίζεται από ενσυναίσθηση, συναισθήματα και ικανότητα γενίκευσης της γνώσης. Η λογική είναι να λειτουργούν ως συμπληρώματα και όχι ως αντικαταστάτες. Κάποια επαγγέλματα αναμένεται να εκλείψουν ή να χάσουν τη δυναμική τους — κάτι που έχει συμβεί σε κάθε βιομηχανική επανάσταση — αλλά ταυτόχρονα θα αναδυθούν νέα, πιο δημιουργικά επαγγέλματα.
Καταλήγοντας, ο καθηγητής Αναγνωστόπουλος εκφράζει την ανησυχία του για την κακή χρήση της τεχνολογίας, η οποία ιστορικά έχει συνδεθεί με την ανθρώπινη τάση για δύναμη και εξουσία, διευκολύνοντας πράξεις πολέμου και καταστροφής. Η ελπίδα του βρίσκεται στην επικράτηση της Πέμπτης Βιομηχανικής Επανάστασης (Industry 5.0), η οποία ορίζει ότι η χρήση της τεχνολογίας πρέπει να έχει ως γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία του πλανήτη, όχι το κέρδος. Παροτρύνει τους νέους να ασχοληθούν με τη ρομποτική μόνο αν τους ενθουσιάζει πραγματικά, τονίζοντας τον διεπιστημονικό της χαρακτήρα (μηχανική, πληροφορική, ανθρωπιστικές επιστήμες).