Περιγραφή Επεισοδίου

Η Δρ. Αναστασία Κωνσταντέλου είναι Καθηγήτρια Διαχείρισης Καινοτομίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης. Πριν ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα, η Δρ. Κωνσταντέλου ήταν σύμβουλος στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης όπου ασχολήθηκε με θέματα κανονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών στην ευρωπαϊκή περιφέρεια και με θέματα αριθμοδότησης σε δίκτυα τηλεπικοινωνιών. Έχει επίσης εργαστεί ως ανεξάρτητη σύμβουλος σε έργα επικοινωνιών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη στρατηγική διοίκηση/διαχείριση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης και καινοτομίας, τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεων όσο και σε επίπεδο φορέων υπεύθυνων για τη χάραξη ερευνητικής πολιτικής σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.

Μαζί με τον Θανάση Φρυδά και την Ειρήνη Αναγνώστου μας εξηγεί πώς ορίζουμε την έννοια της καινοτομίας και τι είναι η διοίκηση καινοτομίας, ποιο είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια ώστε οι δημόσιοι φορείς να γίνουν «έξυπνοι» καθώς και μας αναλύει το ψηφιακό χάσμα της Ελλάδας με την Ευρώπη. Επίσης μας εξηγεί τι είναι οι στρατηγικές έξυπνης εξειδίκευσης, πώς μπορούν τα πανεπιστήμια να συμβάλλουν στην έξυπνη εξειδίκευση, τι είναι οι δημιουργικές βιομηχανίες και ποιους αφορούν και τέλος μας αναλύει πώς επηρεάζει η AI το πεδίο και τι είναι αυτό, ή μάλλον αυτά, που μπορούν να φέρουν την πραγματική καινοτομία στην Ελλάδα.

arrow_right Συνοπτική επιμελημένη παρουσίαση

Η Αναστασία Κωνσταντέλου, καθηγήτρια Διοίκησης Καινοτομίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τον ρόλο της καινοτομίας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, απομακρύνοντάς την από τη στενή, τεχνοκρατική της διάσταση. Αντί να αντιμετωπίζεται ως ένα αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών ή των εργαστηρίων Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D), η καινοτομία ορίζεται εδώ ως μια διαδικασία στενά συνδεδεμένη με το marketing: πρόκειται για την υιοθέτηση, την ενσωμάτωση και την εφαρμογή νέων ή βελτιωμένων προϊόντων και διαδικασιών που προσφέρουν αξία στον τελικό χρήστη. Η καλεσμένη υπογραμμίζει πως, για τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η εφεύρεση της νέας τεχνολογίας, αλλά η έξυπνη υιοθέτησή της για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.

Στον δημόσιο τομέα, η συζήτηση στρέφεται στα σημαντικά άλματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, με την κυρία Κωνσταντέλου να επισημαίνει τη μετάβαση από το μοντέλο του «push» (όπου η πολιτεία «σπρώχνει» ψηφιακές λύσεις στον πολίτη) στο μοντέλο του «pull» (όπου ο ίδιος ο πολίτης και η αγορά απαιτούν και έλκουν τη ψηφιοποίηση). Παρά την πρόοδο, διαπιστώνεται μια οργανωσιακή δυστοκία στη διαλειτουργικότητα των συστημάτων, η οποία δεν οφείλεται στην έλλειψη τεχνολογίας, αλλά σε θεσμικά και επιχειρησιακά «κουτάκια» που δυσκολεύουν τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών φορέων. Για την αντιμετώπιση αυτού του χάσματος, προτείνεται η δημιουργία «Boundary Organizations» – ενδιάμεσων οργανισμών διεπαφής, στελεχωμένων από επαγγελματίες που λειτουργούν ως «διερμηνείς» ανάμεσα στην ακαδημαϊκή γνώση, τις παραγωγικές επιχειρήσεις και τους δημόσιους φορείς.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις Στρατηγικές Έξυπνης Εξειδίκευσης (Smart Specialization Strategies), ένα πλαίσιο που καλεί τοπικούς φορείς και κοινωνίες να αναγνωρίσουν τις ιδιαιτερότητές τους και να σχεδιάσουν ένα μέλλον από τη βάση προς την κορυφή (bottom-up). Εδώ, το Πανεπιστήμιο καλείται να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο, μεταβαίνοντας από τον ακαδημαϊκό απομονωτισμό στην ουσιαστική αλληλεπίδραση με την τοπική αγορά.

Η συζήτηση επεκτείνεται στις «δημιουργικές βιομηχανίες», έναν τομέα που συχνά υποτιμάται στην Ελλάδα παρά την τεράστια συνεισφορά του στο ΑΕΠ και την απασχόληση. Περιλαμβάνοντας δραστηριότητες που εκτείνονται από το software και το design μέχρι τις τέχνες και τη γαστρονομία, οι δημιουργικές βιομηχανίες αποτελούν πεδίο δόξης λαμπρό για την ελληνική οικονομία, αρκεί να υπάρξει συστηματική προσπάθεια καταγραφής, ψηφιοποίησης της άυλης κληρονομιάς και ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Κλείνοντας, η καλεσμένη προσεγγίζει το φαινόμενο της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) με ψυχραιμία. Αντί για έναν φόβο αντικατάστασης του ανθρώπου, βλέπει την τεχνολογία αυτή ως έναν ισχυρό επιταχυντή που αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας των αγορών. Υποστηρίζει ότι η έλευση του AI καθιστά επιτακτική την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό των δεξιοτήτων μας: όσο οι μηχανές αναλαμβάνουν τις διαχειριστικές και τυποποιημένες εργασίες, τόσο πιο πολύτιμες γίνονται οι χαρακτηριστικά ανθρώπινες ικανότητες, όπως η κριτική σκέψη, η ενσυναίσθηση και τα soft skills. Η κυρία Κωνσταντέλου καταλήγει με δύο βασικές προτεραιότητες για την Ελλάδα: την εκπαίδευση των νέων στο να θέτουν τα σωστά ερωτήματα και να γίνονται κριτικοί χρήστες της τεχνολογίας, και την οικοδόμηση μιας εθνικής κουλτούρας συγκέντρωσης και ελεύθερης χρήσης δεδομένων, τα οποία αποτελούν το καύσιμο για κάθε μελλοντική καινοτομία.